Αν η υπόθεση Μαζωνάκη είχε συμβεί στην Κύπρο
Τα όρια της ιατρικής αμέλειας, της ανθρωποκτονίας και του φόνου εκ προμελέτης
14 October 2026
Αν τα περιστατικά που διερευνώνται στην υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη είχαν συμβεί σε ιατρείο στην Κύπρο, ποια θα ήταν τα κρίσιμα νομικά ερωτήματα; Θα εξεταζόταν πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη συμπεριφορά, ανθρωποκτονία λόγω υπαίτιας αμέλειας ή φόνος εκ προμελέτης; Οι χαρακτηρισμοί αυτοί έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις. Η απάντηση θα απαιτούσε απόδειξη της συμπεριφοράς κάθε προσώπου, της σύνδεσης της με τον θάνατο και, όπου απαιτείται, της πρόθεσής του.
Το Νοσοκομείο «Η ΕΛΠΙΣ» ανακοίνωσε ότι ο τραγουδιστής μεταφέρθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 χωρίς αναπνοή και σφυγμό και ότι η αναζωογόνηση δεν είχε επιτυχή έκβαση. Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε την ανεύρεση μηχανημάτων πλασμαφαίρεσης στο ιατρείο και τη μη δυνατότητα διενέργειας της διαδικασίας βάσει των συγκεκριμένων βεβαιώσεων λειτουργίας. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του MEGA της 7 Οκτωβρίου 2026, οι πρώτες τοξικολογικές αναλύσεις ήταν θετικές σε βενζοδιαζεπίνες, ενώ εκκρεμούσαν η ακριβής ταυτοποίηση της ουσίας και η ποσότητα της στο αίμα. Η μιδαζολάμη αναφερόταν ως αντικείμενο διερεύνησης. Οι δημοσιογραφικές αναφορές για την προποφόλη δεν ήταν ομοιόμορφες: το MEGA περιέγραφε εκκρεμή έλεγχο, ενώ η Εφημερίδα των Συντακτών στις 8 Οκτωβρίου ανέφερε ανίχνευση της. Η αξιολόγηση απαιτεί τα επίσημα τελικά πορίσματα. Οι πληροφορίες αυτές αποτυπώνουν τις πηγές που ελέγχθηκαν έως τις 9 Οκτωβρίου 2026. Αυτές οι πληροφορίες δεν αποτελούν ολοκληρωμένη απόδειξη του μηχανισμού θανάτου.
Η ανάλυση που ακολουθεί εξετάζει ένα υποθετικό κυπριακό περιστατικό με αυτά τα χαρακτηριστικά. Η πραγματική υπόθεση διερευνάται στην Ελλάδα. Οι αναφορές στο δίκαιο της Αγγλίας λειτουργούν ως συγκριτικά σημεία αναφοράς, ενώ η εφαρμοστέα βάση του υποθετικού σεναρίου είναι η κυπριακή νομοθεσία και νομολογία.
Το καθήκον φροντίδας και η ενδεχόμενη παράβαση του
Το άρθρο 224 του κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι όποιος αναλαμβάνει χειρουργική ή άλλη θεραπεία, εκτός περίπτωσης ανάγκης, οφείλει να διαθέτει εύλογη δεξιότητα και να ασκεί εύλογη φροντίδα. Η διάταξη συνδέει την παραβίαση του καθήκοντος με τις συνέπειες που αυτή προκαλεί στη ζωή ή την υγεία. Η ύπαρξη θανάτου, πάντως, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το καθήκον παραβιάστηκε.
Σε ένα κυπριακό περιστατικό πλασμαφαίρεσης, η έρευνα θα έπρεπε να εξετάσει την ιατρική ένδειξη, την καταλληλότητα του χώρου, την εκπαίδευση του προσωπικού και την ετοιμότητα αντιμετώπισης επιπλοκών. Αν αποδεικνυόταν χορήγηση φαρμάκου για καταστολή, θα προέκυπταν πρόσθετα ερωτήματα για τη δόση, τον συνδυασμό ουσιών, την παρακολούθηση της αναπνοής και το πρόσωπο που είχε την ευθύνη της. Αυτά είναι ζητήματα για τα οποία θα απαιτούνταν ειδική ιατρική μαρτυρία, όχι συμπεράσματα μόνο από την ονομασία της θεραπείας ή του φαρμάκου.
Πότε η αμέλεια θα μπορούσε να θεμελιώσει ανθρωποκτονία
Το άρθρο 205 καλύπτει την πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη ή παράλειψη. Ως παράνομη παράλειψη αναγνωρίζει την υπαίτια αμέλεια στην εκτέλεση καθήκοντος, ακόμη και χωρίς πρόθεση πρόκλησης θανάτου. Υπάρχει, επομένως, κυπριακή νομική βάση για διερεύνηση ανθρωποκτονίας από ιδιαίτερα σοβαρή παράλειψη φροντίδας, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί επιδίωξη θανάτωσης.
Στην υπόθεση Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 965, σχετικά με την έκρηξη στο Μαρί, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε ότι η υπαίτια αμέλεια του άρθρου 205(2) παραπέμπει σε βαριά αμέλεια. Προσδιόρισε τέσσερα ουσιώδη στοιχεία: καθήκον έναντι του θανόντος, παράβαση του, πρόκληση θανάτου από την παράβαση και βαθμό αμέλειας τόσο σοβαρό ώστε να δικαιολογεί ποινική καταδίκη. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Adomako και Misra.
Στο υποθετικό ιατρείο, σημασία θα είχαν οι κίνδυνοι που παρουσίαζε η επιλεγμένη διαδικασία και οι διαθέσιμες προφυλάξεις. Αν αποδεικνυόταν ότι εμφανίστηκαν σαφείς ενδείξεις αναπνευστικής ή κυκλοφορικής επιδείνωσης, θα εξεταζόταν ποιος τις αντιλήφθηκε, ποια αντίδραση επιβαλλόταν και τι πράγματι έγινε. Αντίστοιχα, πιθανή καθυστέρηση κλήσης επείγουσας βοήθειας θα χρειαζόταν αξιολόγηση ως συγκεκριμένη παράλειψη, με συγκεκριμένες συνέπειες. Ο χαρακτηρισμός της αμέλειας θα εξαρτιόταν από το σύνολο των περιστάσεων.
Το άρθρο 210 προβλέπει χωριστά την ακούσια πρόκληση θανάτου από αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά που δεν φθάνει στην υπαίτια αμέλεια. Η διάκριση από το άρθρο 205 έχει ουσιαστική σημασία: δεν αρκεί να εντοπιστεί ένα λάθος και να επιλεγεί ο βαρύτερος χαρακτηρισμός λόγω του τραγικού αποτελέσματος. Πρέπει να τεκμηριωθεί ο απαιτούμενος βαθμός ποινικής υπαιτιότητας.
Τι προσφέρει εδώ η αγγλική νομολογία
Η απόφαση R v Adomako [1994] UKHL 6, που αφορούσε αναισθησιολόγο, αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για το gross negligence manslaughter στην Αγγλία και Ουαλία. Η παράβαση του καθήκοντος πρέπει να προκαλεί τον θάνατο και να είναι εξαιρετικά σοβαρή. Απαιτείται επίσης σοβαρός και προφανής κίνδυνος θανάτου, ευλόγως προβλέψιμος κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η κυπριακή αναφορά στην Adomako προσφέρει νομολογιακή σύνδεση, χωρίς να υποκαθιστά το άρθρο 205.
Η R v Rose [2017] EWCA Crim 1168 αναδεικνύει μια ακόμη δυσκολία: ο κίνδυνος αξιολογείται με βάση τις περιστάσεις κατά την παράβαση, χωρίς να αποδίδονται αυτομάτως πληροφορίες που θα είχε αποκαλύψει μια εξέταση η οποία παραλείφθηκε. Στο κυπριακό σενάριο, αυτό βοηθά να διατυπωθεί το σωστό αποδεικτικό ερώτημα. Ποιες προειδοποιήσεις ήταν ήδη διαθέσιμες και τι απαιτούσαν τότε; Η μεταγενέστερη γνώση του θανάτου δεν απαντά σε αυτό το ερώτημα.
Ποιος έκανε τι και τι προκάλεσε τον θάνατο
Η κυπριακή απόφαση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 69 δείχνει τη σημασία της ατομικής ευθύνης σε μια ιατρική ομάδα. Το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη του γιατρού: είχε καθορίσει την επιστημονικά ορθή δόση και τον χρόνο χορήγησης, ενώ το φάρμακο χορηγήθηκε σε υπερδιπλάσια ποσότητα και σημαντικά ταχύτερα, με ευθύνη του νοσηλευτικού προσωπικού. Η απόφαση δεν αφορούσε καταδίκη για ανθρωποκτονία, αλλά είναι χρήσιμη για τη διάκριση των επαγγελματικών ρόλων και την αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Αντίστοιχα, στο υποθετικό κυπριακό περιστατικό θα έπρεπε να εξακριβωθεί ποιος επέλεξε τη διαδικασία, ποιος έδωσε οδηγίες, ποιος χορήγησε τις ουσίες, ποιος παρακολουθούσε και ποιος όφειλε να παρέμβει. Η παρουσία περισσότερων προσώπων στον ίδιο χώρο δεν καθιστά αυτομάτως κοινή την ευθύνη τους. Οι οδηγίες, η πραγματική χορήγηση και η αντίδραση κάθε προσώπου χρειάζονται χωριστή εξέταση.
Θα απαιτούνταν επίσης σύνδεση της συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψης με τον θάνατο. Το MEGA στις 7 Οκτωβρίου 2026 ανέφερε επίσης ότι υπήρχαν αρχικές ενδείξεις ανεπαρκούς αιμάτωσης του μυός της καρδιάς, ενώ αναμενόταν η τελική έκθεση από τη μικροσκοπική εξέταση των ιστών. Στο υποθετικό κυπριακό περιστατικό, θα απαιτούνταν αξιολόγηση του κατά πόσον ένα τέτοιο εύρημα συνδεόταν με προϋπάρχουσα πάθηση, με την επιδείνωση κατά τη θεραπεία ή με συνδυασμό παραγόντων. Η τοξικολογία θα χρειαζόταν να συνεκτιμηθεί με τον χρόνο και τον τρόπο χορήγησης, την κλινική εικόνα και τις πραγματογνωμοσύνες. Αν εξεταζόταν καθυστερημένη παρέμβαση, θα έπρεπε να τεκμηριωθεί η επίδραση της καθυστέρησης. Η χρονική ακολουθία «θεραπεία και κατόπιν θάνατος» δεν αρκεί ως εξήγηση της αιτίας.
Το άρθρο 211 προβλέπει συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά θεωρείται ότι επέφερε τον θάνατο, ακόμη και αν δεν ήταν η άμεση ή μοναδική αιτία. Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 211(δ), που αφορά την επιτάχυνση θανάτου προσώπου με ασθένεια ή βλάβη που θα επέφερε ούτως ή άλλως θάνατο. Συνεπώς, μια προϋπάρχουσα νόσος δεν αποκλείει αυτομάτως την αιτιώδη σύνδεση. Θα έπρεπε να εξεταστεί αν η επίδικη συμπεριφορά επιτάχυνε τον θάνατο και πώς αυτό αποδεικνύεται.
Θα μπορούσε να εξεταστεί φόνος εκ προμελέτης;
Το άρθρο 203 αφορά τον φόνο εκ προμελέτης. Κατά το άρθρο 204, απαιτείται πρόθεση πρόκλησης θανάτου που υπάρχει πριν από τη θανατηφόρα πράξη ή παράλειψη και κατά τον χρόνο της. Ο προγραμματισμός μιας θεραπείας, ακόμη και αν αυτή αποδειχθεί επικίνδυνη, δεν ταυτίζεται με την πρόθεση αυτή.
Στην Aristidou v Republic (1967) 2 CLR 43, το δικαστήριο εξήγησε ότι η προμελέτη απαιτεί επαρκή ευκαιρία περίσκεψης και εγκατάλειψης της απόφασης πρόκλησης θανάτου. Δεν κρίνεται μόνο από το χρονικό διάστημα. Όταν η πρόθεση θανάτου συνάγεται από περιστατικά, πρέπει να αποτελεί τη μόνη εύλογη συναγωγή από τα αποδεδειγμένα γεγονότα.
Σε μια υπόθεση με ιατρικό πλαίσιο, η γνώση κινδύνου και η απόδειξη βαριάς αμέλειας δεν θα απάλλασσαν την κατηγορούσα αρχή από τη χωριστή απόδειξη της απαιτούμενης πρόθεσης και προμελέτης. Τα στοιχεία για τις αποφάσεις και τις επικοινωνίες των εμπλεκομένων θα έπρεπε να αξιολογηθούν στο πραγματικό τους πλαίσιο. Καμία μεμονωμένη ένδειξη επικινδυνότητας δεν λύνει αυτοτελώς το ζήτημα.
Η σύγκριση με την Αγγλία φωτίζει τη διαφορά. Εκεί ο φόνος (murder) μπορεί να στηριχθεί σε πρόθεση θανάτωσης ή πρόκλησης πραγματικά σοβαρής σωματικής βλάβης. Η υπόθεση Woollin αφορά τη δυνατότητα συναγωγής έμμεσης πρόθεσης όταν το αποτέλεσμα ήταν πρακτικά βέβαιο και το πρόσωπο το αντιλαμβανόταν. Η απλή επίγνωση κινδύνου δεν αρκεί. Ούτε αυτό το αγγλικό κριτήριο μεταφέρεται αυτούσιο στην κυπριακή προμελέτη.
Η συναίνεση και η άδεια λειτουργίας θα εξετάζονταν χωριστά
Το άρθρο 11 του Ν. 1(I)/2005 για τα δικαιώματα των ασθενών απαιτεί ενημερωμένη συγκατάθεση ύστερα από ολοκληρωμένη, κατανοητή ιατρική πληροφόρηση, ώστε η απόφαση να λαμβάνεται ελεύθερα. Στο υποθετικό περιστατικό θα εξεταζόταν τι εξηγήθηκε για τη διαδικασία και τα φάρμακα και τι ακριβώς αποδέχθηκε ο ασθενής. Η συγκατάθεση στη θεραπεία δεν υποκαθιστά το αυτοτελές καθήκον δεξιότητας και φροντίδας του άρθρου 224.
Η ελληνική διαπίστωση για τις βεβαιώσεις λειτουργίας δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτόματα στην Κύπρο. Θα χρειαζόταν έλεγχος των εφαρμοστέων κυπριακών απαιτήσεων για τον χώρο, τον εξοπλισμό και τα επαγγελματικά προσόντα. Ακόμη και αν προέκυπτε παράβαση, η ευθύνη για τον θάνατο θα απαιτούσε επιπλέον απόδειξη των στοιχείων του σχετικού αδικήματος.
Τα ερωτήματα που θα παρέμεναν ανοικτά
Μια κυπριακή έρευνα θα χρειαζόταν να ανασυνθέσει κάθε κρίσιμο στάδιο από τα ιατρικά αρχεία, τις καταθέσεις, τα δεδομένα των συσκευών, τις επικοινωνίες και τις πραγματογνωμοσύνες. Ποια ήταν η κατάσταση πριν από τη διαδικασία; Ποιες ουσίες χορηγήθηκαν και από ποιον; Πότε εμφανίστηκε επιδείνωση; Ποια ενέργεια επιβαλλόταν σε κάθε πρόσωπο; Τι προκάλεσε τον θάνατο; Και ποια στοιχεία θα μπορούσαν να αποδείξουν τον απαιτούμενο βαθμό αμέλειας ή την απαιτούμενη πρόθεση;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία θα εφαρμοζόταν το κυπριακό δίκαιο. Η παρούσα ανάλυση δεν αποδίδει ευθύνη στους εμπλεκομένους της πραγματικής υπόθεσης ούτε προδικάζει την έκβαση της έρευνας. Το τεκμήριο αθωότητας παραμένει η αφετηρία της συζήτησης.
Ποια θα ήταν, λοιπόν, η πιθανή νομική κατάληξη στην Κύπρο;
Με βάση τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί από τα μέσα ενημέρωσης (την ακρίβεια και πληρότητα των οποίων δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε) η εκτίμηση μας είναι ότι, εάν αντίστοιχα περιστατικά είχαν συμβεί στην Κύπρο, η ανθρωποκτονία λόγω υπαίτιας αμέλειας, βάσει του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, θα αποτελούσε σοβαρό ενδεχόμενο προς διερεύνηση. Η υπόθεση ότι τα δημοσιεύματα είναι ακριβή δεν αρκεί, ωστόσο, για πρόβλεψη καταδίκης παραμένει αναγκαία η απόδειξη της απαιτούμενης βαρύτητας της αμέλειας και της αιτιώδους σύνδεσης της με τον θάνατο.
Αυτό θα προϋπέθετε να αποδειχθεί ότι η χορήγηση καταστολής, οι συνθήκες παρακολούθησης ή η αντιμετώπιση της επιδείνωσης συνιστούσαν τόσο σοβαρή παράβαση του καθήκοντος φροντίδας ώστε να δικαιολογούν ποινική καταδίκη, και ότι η παράβαση αυτή προκάλεσε ή επιτάχυνε τον θάνατο. Η επιβεβαίωση της παρουσίας ενός φαρμάκου, από μόνη της, δεν θα αρκούσε.
Εάν αποδεικνυόταν πρόκληση θανάτου από αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά, αλλά όχι ο απαιτούμενος βαθμός υπαίτιας αμέλειας, θα μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 210. Αντίθετα, οι πληροφορίες που εξετάζονται στο παρόν άρθρο δεν παρέχουν επαρκές έρεισμα για συμπέρασμα περί φόνου εκ προμελέτης: για αυτόν τον χαρακτηρισμό θα απαιτούνταν χωριστή απόδειξη πρόθεσης πρόκλησης θανάτου και προμελέτης.
Συνεπώς, η κυπριακή έρευνα θα έπρεπε να εξετάσει αν στοιχειοθετείται ανθρωποκτονία λόγω υπαίτιας αμέλειας ή το διαφορετικό αδίκημα του άρθρου 210 (αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά). Καταδίκη, όμως, θα μπορούσε να ακολουθήσει μόνο εφόσον αποδεικνύονταν πέραν λογικής αμφιβολίας όλα τα στοιχεία του αδικήματος για κάθε κατηγορούμενο χωριστά. Εάν δεν αποδεικνυόταν η απαιτούμενη σύνδεση με τον θάνατο, δεν θα στοιχειοθετείτο το αντίστοιχο αδίκημα κατά της ζωής, ακόμη και αν προέκυπταν άλλες παραβάσεις.
Τι θα έπρεπε να αποδειχθεί και ποιες θα ήταν οι συνέπειες;
Η απόδειξη «πέραν λογικής αμφιβολίας» σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να είναι βέβαιο για την ενοχή, αφού αξιολογήσει το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας. Δεν αρκεί να θεωρεί την ενοχή πιθανότερη από την αθωότητα. Δεν απαιτείται, όμως, να αποκλειστεί κάθε υποθετική πιθανότητα· η αμφιβολία πρέπει να είναι εύλογη και να προκύπτει από τα στοιχεία ή τα κενά της απόδειξης. Το βάρος αυτό φέρει η κατηγορούσα αρχή. Ο κατηγορούμενος δεν οφείλει να αποδείξει την αθωότητά του.
- Εάν αποδεικνυόταν η ανθρωποκτονία λόγω υπαίτιας αμέλειας: το υπεύθυνο πρόσωπο θα καταδικαζόταν για το κακούργημα του άρθρου 205 και θα ακολουθούσε η επιβολή ποινής. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι η διά βίου φυλάκιση. Το άρθρο 205(3) πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο επιτρέπει μικρότερη ποινή φυλάκισης ή, αντί αυτής, χρηματική ποινή εντός της εξουσίας του δικαστηρίου. Επομένως, τα ισόβια δεν είναι υποχρεωτικά ούτε μπορούν να παρουσιαστούν ως η αναμενόμενη ποινή στο παρόν υποθετικό σενάριο. Η γενική δυνατότητα χρηματικής ποινής επίσης δεν προδικάζει την καταλληλότητά της σε συγκεκριμένη υπόθεση. Το δικαστήριο καθορίζει την ποινή ανάλογα με τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς, τον βαθμό υπαιτιότητας, τον ρόλο κάθε καταδικασθέντος και τις επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις. Συγκεκριμένη πρόβλεψη ετών φυλάκισης, μόνο από δημοσιεύματα, δεν θα ήταν τεκμηριωμένη.
- Εάν δεν αποδεικνυόταν η ανθρωποκτονία: ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αθωωθεί από τη συγκεκριμένη κατηγορία. Εάν, ωστόσο, αποδεικνύονταν όλα τα στοιχεία του διαφορετικού αδικήματος του άρθρου 210 και πληρούνταν οι δικονομικές προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων, όπου εφαρμόζονται, εκείνων του άρθρου 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θα μπορούσε να υπάρξει καταδίκη για πρόκληση θανάτου από αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά, με προβλεπόμενη φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή χρηματική ποινή. Η αποτυχία απόδειξης της βαρύτερης κατηγορίας δεν συνεπάγεται αυτόματη καταδίκη για την ελαφρύτερη.
Εάν παρέμενε εύλογη αμφιβολία για το αν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκάλεσε ή επιτάχυνε τον θάνατο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταδίκη για κανένα από αυτά τα δύο αδικήματα. Η υποψία, ακόμη και αν είναι ισχυρή, δεν υποκαθιστά την απόδειξη.

